
ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ ΣΤΑ ΒΙΟΑΠΟΒΛΗΤΑ: Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ 7 ΧΩΡΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΕΤΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
Ερευνητές αναζητούν τρόπους για την αξιοποίηση των αποβλήτων που θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν
Η Κεντρική Μακεδονία παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή τροφίμων καθώς από τη συγκεκριμένη περιοχή προέρχεται το ένα τέταρτο της γεωργικής παραγωγής της χώρας, ενώ αποτελεί την πηγή προέλευσης μεγάλου μέρους των επιτραπέζιων ελιών, των ροδάκινων, του κρασιού και των γαλακτοκομικών προϊόντων της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η πλούσια παραγωγικότητα έχει επίσης ως αποτέλεσμα και μεγάλες ποσότητες γεωργικών αποβλήτων. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Έρης Δρίβα στο economix.gr, ερευνητές από την Ελλάδα και την Ευρώπη αναζητούν τρόπους για την αξιοποίηση αυτών των αποβλήτων που υπό συνθήκες θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη ενός ευρέος φάσματος χρήσιμων προϊόντων βιολογικής βάσης, συμπεριλαμβανομένων λιπασμάτων, αγροχημικών ακόμη και διατροφικών συμπληρωμάτων.
Ο Ισπανός μηχανικός περιβάλλοντος Pedro Villanueva Rey συντονίζει μια ομάδα ερευνητών από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο τη μετατροπή διαφόρων ρευμάτων βιολογικών αποβλήτων σε όλη την Ευρώπη, σε νέους και επιθυμητούς πόρους. «Η εισαγωγή αυτών των δευτερογενών πρώτων υλών στην αλυσίδα εφοδιασμού θα μπορούσε να συμβάλει στην προώθηση της μετάβασης προς μια οικονομία βιολογικής βάσης», δήλωσε ο Villanueva Rey σύμφωνα με το περιοδικό του Horizon για την Έρευνα και την Καινοτομία στην ΕΕ. Είναι ανώτερος διαχειριστής έργων στην Cetaqua, ερευνητικό οργανισμό τεχνολογίας νερού στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας.
Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, η βιομηχανία και οι καταναλωτές θα χρειαστούν διαβεβαιώσεις ότι τα βιοαπόβλητα είναι ασφαλή και κατάλληλα για επαναχρησιμοποίηση. Ενώ πολλά από τα οικιακά σκουπίδια διαχωρίζονται και ανακυκλώνονται στις μέρες μας, τα ανεπιθύμητα βιολογικά υποπροϊόντα από βιομηχανικές και γεωργικές διεργασίες εξακολουθούν να απορρίπτονται ευρέως. Υπάρχει επίσης το πρόσθετο δίλημμα του τρόπου απαλλαγής από αυτά. Ένα από τα εμπόδια στην επαναχρησιμοποίηση είναι η ανάγκη για ποιοτικό έλεγχο και πιστοποίηση.
Η ερευνητική ομάδα συνδυάζει την τεχνογνωσία της στο πλαίσιο μιας τριετούς συνεργατικής προσπάθειας που ονομάζεται BIORECER. Οι ερευνητές παρακολουθούν και αξιολογούν τις δυνατότητες ευρύτερης επαναχρησιμοποίησης βιολογικών αποβλήτων ως υποκατάστατο υλικών που προέρχονται από ορυκτά καύσιμα όπως το πετρέλαιο, ο άνθρακας και το φυσικό αέριο. Εξετάζουν επίσης τρόπους διασφάλισης της συνοχής και της ασφάλειας μιας ποικιλίας πιθανών πρώτων υλών βιοαποβλήτων.
Αξιοποίηση δυνητικά νέων πόρων
Στην Ελλάδα, οι ερευνητές θα εστιάσουν στα πιθανά σενάρια για την επαναχρησιμοποίηση βιολογικών αποβλήτων από πηγές όπως το κλάδεμα δενδρωδών καλλιεργειών, τα υπολείμματα από την επεξεργασία ελιάς και σταφυλιών ή φυτικά υπολείμματα από καλλιέργειες σιτηρών. Οι ερευνητές που μετέχουν στο πρόγραμμα θα εξετάσουν επίσης τρία άλλα πιθανά σενάρια επαναχρησιμοποίησης βιολογικών αποβλήτων στην Ισπανία, την Ιταλία και τη Σουηδία.
Στη Γαλικία της Ισπανίας, ένα σημαντικό αλιευτικό κέντρο για την ΕΕ, εξετάζονται επιλογές επαναχρησιμοποίησης για τις τεράστιες ποσότητες αποβλήτων ψαριών και νερού μαγειρέματος που παράγονται από τη βιομηχανία κονσερβοποίησης. Η ομάδα του BIORECER θα συνεργαστεί στενά με τις εταιρείες βιολογικής προέλευσης της Γαλικίας για να αναπτύξει τις αλυσίδες αξίας για πιθανά προϊόντα από τις συγκεκριμένες πηγές αποβλήτων, καθώς και από φύκια και αστική λυματολάσπη.
Η έρευνα στην Λομβαρδία της Ιταλίας θα επικεντρωθεί περισσότερο στα αστικά βιολογικά απόβλητα, κυρίως από λύματα και οργανικά αστικά απόβλητα, καθώς και απόβλητα τροφίμων από μεγάλες επιχειρήσεις. Τα δυνητικά προϊόντα που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές τις πρώτες ύλες περιλαμβάνουν χημικές ουσίες και λιπάσματα βιολογικής προέλευσης.
Εν τω μεταξύ, στην περιοχή Vӓsternorrland της βορειοανατολικής Σουηδίας, η βιομηχανική δασοκομία -η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 10 έως 12% της σουηδικής βιομηχανίας όσον αφορά την απασχόληση και τις πωλήσεις- παράγει μεγάλες ποσότητες αυτού που οι Σουηδοί αποκαλούν grot (υπολείμματα που αποτελούνται από κλαδιά, ρίζες και κορυφές δέντρων), πριονίδι, φλοιό και λάσπη. Οι ερευνητές εξετάζουν στο κατά πόσον τα πράσινα χημικά και υλικά θα μπορούσαν να ενσωματώσουν υλικά που προέρχονται από αυτά τα απόβλητα.
Προσθέτοντας αξία
Στην Ελλάδα, η μελέτη περίπτωσης BIORECER βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, όπου τα πραγματικά δεδομένα ενσωματώνονται με τα ευρήματα σχετικά με τα κριτήρια βιωσιμότητας των πρώτων υλών. «Θέλουμε να είμαστε σε θέση να παρέχουμε συστάσεις με βάση τα δεδομένα για τη βιώσιμη χρήση αυτών των βιολογικών πόρων», δήλωσε ο Δρ Σωτήρης Πάτσιος, μεταδιδακτορικός χημικός μηχανικός στο Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών και Ενεργειακών Πόρων του Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογίας Ελλάδος (ΚΕΕΛΠΝΟ) στη Θεσσαλονίκη, το οποίο διεξάγει τη μελέτη περίπτωσης.
Ένας στόχος είναι να βοηθηθούν οι αγρότες να αυξήσουν την οικονομική αξία της δραστηριότητάς τους, ενθαρρύνοντας περισσότερο τη βιοκυκλική χρήση, όπου τα υλικά που παραδοσιακά θεωρούνται απόβλητα επαναχρησιμοποιούνται, χρησιμοποιούνται περαιτέρω ή ανακυκλώνονται σε έναν κύκλο χωρίς να βγαίνουν από την οικονομία. «Για παράδειγμα, οι αγρότες μπορεί να καίνε τα απόβλητα από δραστηριότητες όπως το κλάδεμα ή να τα χρησιμοποιούν για οικονομικές δραστηριότητες χαμηλότερης αξίας, όπως η παραγωγή βιοαερίου ή βιολιπασμάτων», δήλωσε ο κ. Πάτσιος. «Θέλουμε να αναπτύξουμε αλυσίδες αξίας με υψηλότερη οικονομική αξία, όπως αυτές για ευρύτερα βιοϋλικά και βιοχημικά». Ένα παράδειγμα είναι η παραγωγή ξύλινων δομικών προϊόντων, όπως η μοριοσανίδα, από σύνθετα βιοϋλικά.
Καθοδήγηση με βάση τα δεδομένα
Ωστόσο, η συλλογή αξιόπιστων δεδομένων μπορεί να αποτελέσει πρόκληση. Αυτό είναι κάτι που απασχολεί τον Δρ Γιώργο Μπανιά, διευθυντή ερευνών στο Ινστιτούτο Βιοοικονομίας και Αγροτικής Τεχνολογίας του ΕΚΕΤΑ. «Για να διευκολυνθεί η μετάβαση από μια γραμμική οικονομία που αφήνει πίσω της πολλά απόβλητα σε μια κυκλική οικονομία βιολογικής βάσης, είναι ζωτικής σημασίας να καλυφθούν ορισμένα από αυτά τα κενά στα δεδομένα», δήλωσε. Σύμφωνα με τον κ. Μπανιά, η ανάπτυξη συστημάτων εντοπισμού και ιχνηλασιμότητας είναι απαραίτητη για την ύπαρξη αξιόπιστων δεδομένων. Εάν η συνεργασία BIORECER μπορέσει να το επιτύχει αυτό, θα βοηθήσει επίσης στην καταπολέμηση των παραπλανητικών περιβαλλοντικών τακτικών ή του greenwashing. Αυτό συμβαίνει όταν οι εταιρείες χρησιμοποιούν διαφήμιση που προβάλλει ψευδείς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς – μια πρακτική που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει απαγορεύσει.
«Ένα από τα πεδία εφαρμογής του έργου είναι ο μετριασμός του greenwashing, για το οποίο υπάρχει μια τεράστια συζήτηση στην ΕΕ», δήλωσε ο κ. Μπανιάς. Ο στόχος είναι να γίνει πιο συμφέρουσα για τις επιχειρήσεις η επαναχρησιμοποίηση των ανακυκλωμένων υλικών που προκύπτουν δημιουργώντας έτσι μια κατάσταση win-win-win, καθώς τα βιοαπόβλητα θα αποκτούν μία νέα ζωή, θα μειώνεται η χρήση μη ανανεώσιμων πόρων και η συνολική ποσότητα των αποβλήτων.
Ανάπτυξη αγοράς
«Θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για την ανάπτυξη μιας πραγματικής αγοράς που σχετίζεται με όλα αυτά τα προϊόντα», δήλωσε ο Villanueva Rey. Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών, η ομάδα στοχεύει στην ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών για τη βελτίωση των συστημάτων πιστοποίησης των βιοπροϊόντων.
Ένα κριτήριο είναι ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος κατά τη διάρκεια της ζωής τους, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, η παρουσία τοξικών ενώσεων, η μεταφορά και η αποθήκευση. Πιστεύουν ότι η καλύτερη πιστοποίηση θα μπορούσε να ενισχύσει το επίπεδο αποδοχής από τη βιομηχανία και την κοινωνία, οδηγώντας στη χρήση ανακυκλωμένων βιολογικών αποβλήτων σε ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων. Η ομάδα εξέτασε διάφορα υφιστάμενα συστήματα πιστοποίησης για να ενημερώσει την έρευνά της. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το ISCC PLUS, το οποίο διαθέτει ένα παγκόσμιας εφαρμογής εθελοντικό σύστημα πιστοποίησης για τη βιοοικονομία. Αυτό αναφέρεται κυρίως σε εναλλακτικές πρώτες ύλες όπως η βιομάζα (π.χ. κυτταρίνη και γεωργικά υπολείμματα) και τα απόβλητα, όπως το χρησιμοποιημένο μαγειρικό λάδι, τα ζωικά λίπη και τα στερεά αστικά απόβλητα. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης συστήματα πιστοποίησης όπως αυτά του Forest Stewardship Council και του Roundtable on Sustainable Biomaterials.
Σύστημα πιστοποίησης
Η ομάδα BIORECER στοχεύει στην ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για τη συμπλήρωση και ενίσχυση των υφιστάμενων συστημάτων πιστοποίησης για βιοχημικά και βιοϋλικά, εκτός από τα τρέχοντα συστήματα που επικεντρώνονται κυρίως στους τομείς της ενέργειας, των τροφίμων και των ζωοτροφών.
Η Lucía González Monjardin, υπεύθυνη έργου στην Cetaqua, βοηθά στον εντοπισμό των κενών. «Εάν, για παράδειγμα, χρησιμοποιείτε έναν διαλύτη για την παραγωγή βιοπλαστικών, μπορεί να μην υπάρχει κάποιο σύστημα πιστοποίησης που να επιβεβαιώνει ότι ο διαλύτης είναι βιολογικής προέλευσης», δήλωσε η ίδια. «Προσθέτοντας ένα τέτοιο, παρέχετε διαβεβαιώσεις στους ανθρώπους που χρησιμοποιούν αυτές τις πρώτες ύλες ότι το προϊόν συμμορφώνεται με τους κανονισμούς και επιτυγχάνει τα ίδια αποτελέσματα με τις συμβατικές επιλογές». Στόχος τους είναι να βοηθήσουν τους παραγωγούς, τους εμπόρους και τους καταναλωτές να παρακολουθούν τη βιωσιμότητα των βιορευστών και να ενισχύσουν τη σύνδεση και τη συνεργασία μεταξύ των οργανισμών που διαχειρίζονται συστήματα πιστοποίησης και των εταιρειών που επιθυμούν την πιστοποίηση των προϊόντων τους.